παλινόρθωση

Στη Γαλλία, ο όρος αρχικά χαρακτήριζε την αποκατάσταση στον θρόνο του πρωτότοκου κλάδου των Βουρβώνων, αλλά η έννοιά του διευρύνθηκε γρήγορα και σήμαινε την περίοδο της ιστορίας ολόκληρης της Ευρώπης από το 1815 μέχρι το 1830, κατά την οποία σημειώνεται η επάνοδος των μοναρχιών στους παλιούς θρόνους μετά την πτώση του Ναπολέοντα. Η αποκατάσταση των μοναρχιών έγινε σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας του θείου δικαιώματος, σε αντίθεση με την αρχή της δημοκρατικής νομιμότητας που επέβαλε η Γαλλική επανάσταση. Αν όμως η νομιμότητα, ήταν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της εποχής, η π. δεν ήταν ένα καθαρά αντιδραστικό ιστορικό κίνημα, που απέβλεπε στην απλή επαναφορά του μοναρχικού καθεστώτος. Μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις, όπως στην Ισπανία του Φερδινάνδου Z» και σε μερικές γερμανικές και ιταλικές ηγεμονίες (π.χ. τη Μοντένα), οι ηγεμόνες ακολούθησαν καθαρά αντιδραστική πολιτική, καταστέλλοντας κάθε νέα ζωτική κίνηση. Στο μεγαλύτερο μέρος, τα κράτη της Ευρώπης απέκτησαν ή νέα συνταγματικά καθεστώτα ή κάποια μορφή πατερναλιστικής απολυταρχίας: ο Λουδοβίκος IH» δεν υποστήριξε τους αδιάλλακτους, δηλαδή τους οπαδούς της άκρας δεξιάς· και ο ίδιος ο Μέτερνιχ εξανάγκασε το 1822 τον Φερδινάνδο της Νάπολης να απολύσει τον υπουργό Κανόζα εξαιτίας της αντιδραστικής πολιτικής του. Κατά την π. διατηρήθηκαν γενικά το νέο διοικητικό σύστημα και οι νέοι κώδικες, όπως κατοχυρώθηκαν και οι απαλλοτριώσεις εκκλησιαστικών και φεουδαρχικών κτημάτων που επιβλήθηκαν κατά την περίοδο της Επανάστασης. Η περίοδος της π. χαρακτηρίστηκε επίσης από επιδέξιο έργο οικονομικής και δημοσιονομικής ανόρθωσης και από ανάλογη πολιτική, που απόβλεπε στη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Παρ» όλα αυτά, η π. απέτυχε στον βασικό σκοπό της, δηλαδή σε μια δίκαιη συμφιλίωση του παρελθόντος με το σύγχρονο, γιατί παραγνώρισε τα νέα πνευματικά αιτήματα της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της εθνικότητας, που ανέδειξε πανίσχυρα η Γαλλική επανάσταση και τα διέσωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη ο Ναπολέοντας. Οι αντιλήψεις αυτές δυνάμωναν όλο και περισσότερο παρά τις αυστηρές αστυνομικές διώξεις. Η χρησιμοποίηση της Εκκλησίας ως οργάνου εξουσίας, με την προσπάθεια να χαλιναγωγήσει τις νέες γενεές, εμπόδισαν την ανάπτυξη του φιλελεύθερου καθολικισμού. Οι λαοί επιζητούσαν vα ανανεώσουν τη ζωή του κράτους, ζητούσαν να συμμετάσχουν στα δημόσια πράγματα και η επιδέξια συνεργασία των ευρωπαϊκών κρατών, της οποίας αρχιτέκτονας ήταν ο Μέτερνιχ, μόνο πρόσκαιρα μπόρεσε να αναχαιτίσει, εξαιτίας της ίδιας της αδυναμίας, την αναζωογόνηση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών τάσεων. Και ένα από τα πρώτα και σοβαρότερα πλήγματα, που συνέτριψαν την αντιδραστική αυτή προσπάθεια των απολυταρχικών καθεστώτων της Ευρώπης, ήταν η Ελληνική Επανάσταση, την οποία με τόσο πάθος καταπολέμησαν ο Μέτερνιχ και ο συνασπισμός που οργάνωσε. Η προσπάθεια που έγινε από τον Κάρολο Γ» με τη συνεργασία του πρίγκιπα Πολινιάκ, να ξαναφέρει στη Γαλλία ένα γνήσια αντεπαναστατικό καθεστώς, προκάλεσε την Eπανάσταση το 1830: η Eπανάσταση αυτή, αν και τα αποτελέσματά της δεν διαδόθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην υπόλοιπη Ευρώπη, σήμανε το τέλος της παλινόρθωσης.
* * *
η
1. αποκατάσταση κάποιου στην αρχική του θέση
2. επαναφορά κάποιου στην εξουσία την οποία είχε χάσει («παλινόρθωση τής δημοκρατίας»)
3. (στην ελλ. ιστ.) η επάνοδος τού Γεωργίου Β' στον θρόνο
4. (στην αγγλ. ιστ.) η αποκατάσταση τού Καρόλου Β' στον θρόνο τής Αγγλίας βάσει τής Διακηρύξεως τής Μπρέντα, τον Απρίλιο τού 1660, έπειτα από τα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν τον θάνατο τού Κρόμγουελ
5. (στη γαλλ. ιστ.) η περίοδος 1814-1830, που άρχισε με την ανακήρυξη τού Βουρβόνου κόμη τής Προβηγκίας ως βασιλιά τής Γαλλίας με το όνομα Λουδοβίκος ΙΗ' και την εγκατάστασή του στον θρόνο λίγο αργότερα και μέχρι την Ιουλιανή Επανάσταση τού 1830.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παλινορθώνω, απόδοση στην ελλ. του γαλλ. restauration. Η λ. μαρτυρείται από το 1855 στον Ικ. Γ. Λάτρη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • παλινόρθωση — η η αποκατάσταση στην προηγούμενη θέση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Κλάρεντον, κόμης του- — (Εarl of Clarendon). Τίτλος που αποδόθηκε στις οικογένειες Άγγλων ευγενών των Χάιντ και Βίλιερς στην Αγγλία. 1. Έντουαρντ Χάιντ (Edward Hyde, 1609 – 1674). Άγγλος πολιτικός και ιστορικός, Α’ κ. του Κ. Σπούδασε νομικά στην Οξφόρδη και διετέλεσε… …   Dictionary of Greek

  • Ταλεϊράνδος — (Talleyrand ή Taleyrand). Προσωνυμία που πήραν στις αρχές του 12ου αι., πολλά μέλη του γαλλικού ηγεμονικού οίκου των Περιγκόρ. Από την οικογένεια αυτή τα αξιολογότερα μέλη ήταν: 1. Ερρίκος (1599 – 1626). Αρχιιματιοφύλακας του Λουδοβίκου ΙΓ’. Πήρε …   Dictionary of Greek

  • Сражение при Элеа-Каламас — Итало греческая война Дата 2 8 ноября 1940 Место Эпир …   Википедия

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • Σαφαβίδες — Μουσουλμανική σχιιτική δυναστεία που βασίλευσε στην Περσία για δυόμισι περίπου αιώνες, μεταξύ 15ου και 18ου αι. Ιδρυτής της υπήρξε ο Ισμαήλ (1487 1524), απόγονος του Σάφι αντ Ντιν (απ’ όπου και το όνομα της δυναστείας), ο οποίος το 1502 επανένωσε …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.